ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Θεσμοί & Εφαρμογές Κοινωνικής Οικονομίας

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Ανδρέας Ν. Λύτρας

Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα: αυτό είναι το τριαδικό σύνθημα, για την προβολή των αρχών της γαλλικής επανάστασης. Σε σημαντικό βαθμό αυτό το σύνθημα επικοινωνεί με το περιεχόμενο της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη (Αύγουστος του 1789),[1] για να περιγραφεί τελικά, μετά από πολιτικές περιπέτειες, ως αναπόσπαστο στοιχείο της νέας νομιμότητας έναντι των χαρακτηριστικών του παλαιού καθεστώτος, στους επίσημους συμβολισμούς της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας.[2] Θεωρούμε, σήμερα, τις τρεις αρχές, ως αναπόσπαστες των προϋποθέσεων και των ενεργών χαρακτηριστικών της οργάνωσης της νεωτερικής πολιτείας. Τίς θεωρούμε αυτονόητες και πραγματοποιημένες, ενώ δεν ήταν για μια μακρά περίοδο και, κατά μείζονα λόγο, σε ορισμένες διαστάσεις τους δεν έχουν πλήρως υλοποιηθεί, κατά την περίοδο (πλέον) των δύο αιώνων, μετά την ολοκλήρωση της μέγιστης των αστικών επαναστάσεων.

                Η αλλαγή και η πολιτική μεταβολή εδραίωσε την ευστάθεια των αρχών, αλλά δεν επέβαλε την ευθύγραμμη ανταπόκρισή τους στην κοινωνική πραγματικότητα. Η επιτακτική οικονομική ανάγκη των αστικών στρωμάτων της ανόδου και της θεσμικής επιβεβαίωσης των απαιτήσεων τους ήταν από την αρχή αντιφάσκουσα με τις διεκδικήσεις για τη γενική ελευθερία, με τα πλήρη ατομικά δικαιώματα, την ανεξαίρετη ισότητα χωρίς περιορισμούς και την αλληλεγγύη εξοπλισμένη με θεμελιώδεις, σταθερούς και αναπαλλοτρίωτους θεσμούς κοινωνικής υποστήριξης.

                Η ελευθερία, παρά τους επίσημους όρκους, άργησε πολύ να αποτελέσει γεγονός, αμφισβητήθηκε κατ’ επανάληψη, και ακόμη και σήμερα δεν έχει εντελώς εκπληρωθεί το νόημά της. Για παραπάνω από έναν αιώνα συνεχίστηκε η μακραίωνη ιστορία της ανθρώπινης σκλαβιάς, η περίφημη αλλά και αποτρόπαια δουλεία. Η πραγματικότητα και οι θεσμοί της εξέλιπαν πολύ σταδιακά, αλλά οι κομβικές αφετηρίες της αποδέσμευσης από το θλιβερό παρελθόν, καθυστέρησαν περίπου ένα αιώνα μετά τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων, σε ορισμένες πρωτοπόρες χώρες.[3] Μετά τις αιματηρές διαμεσολαβήσεις, παρέμειναν για ακόμη εκατόν χρόνια τα απολιθώματα των φυλετικών διακρίσεων και των διαχωρισμών, ως παρακολουθήματα της επισήμως εκλιπούσας ανθρώπινης σκλαβιάς.

                Η αυθαιρεσία των κρατικών εξουσιών, περιβεβλημένη με την προσχηματικότητα του (του επίσης αυθαίρετου) νόμου, καθήλωσε και συχνά ακόμη καθηλώνει την ελευθερία και την αυτοδιάθεση του ατόμου με διάφορες πολύ φθηνές δικαιολογίες. Συνήθως, αυτές οι δικαιολογίες ήταν χειρότερες από τους ίδιους τους απίθανους ισχυρισμούς περί της ανάγκης περιορισμού της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η απαγόρευση των συνδικάτων (το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι) και των διαδηλώσεων (το δικαίωμα του συνέρχεσθαι) πραγματοποιήθηκε με πρόσχημα την προστασία της οικονομικής Ελευθερίας,[4] από τα προνομιακά δικαιώματα των μεσαιωνικής προέλευσης συντεχνιών. Μεσολάβησαν οκτώ δεκαετίες μέχρι να αποκατασταθεί και να επεκταθεί πολύ σταδιακά ο νόμιμος χαρακτήρας της συλλογικής οργάνωσης των πολιτών και των πρακτικών της δράσης της. Κατά καιρούς αναβιώνουν, ωστόσο, διάφορα φληναφήματα που ταυτίζουν τα συνδικάτα με τις συντεχνίες, ως προπαγανδιστικά πυροτεχνήματα, με τα κάμποσα στρεβλωτικά επιχειρήματα, τα οποία είναι πιστευτά μόνο από τους απίστευτα αναλφάβητους. Μια τέτοια λογική για τον πρακτικό περιορισμό της ελευθερίας της λειτουργίας των συνδικάτων εκφράστηκε ανυπερθέτως από τους εκπροσώπους της ιδεολογίας των αγορών που εμφανίζεται και ως επιστήμη, όπως τον F.A. Hayek,[5] και της νεοφιλελεύθερης πολιτικής παράταξης. Αντιπαρέβαλαν, μάλιστα, την οικονομική ελευθερία, ως σημαντικότερη, προς την πολιτική ελευθερία, δηλαδή το υπόστρωμα της ίδιας της δημοκρατίας![6] Τα θλιβερά αποτελέσματα του τολμήματός τους, να αλλοιώσουν το περιεχόμενο της ελευθερίας μέσα από την πολιτική επικράτηση των απόψεων τους, δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί, παρά την τραγική αποτυχία της θεωρητικής σύλληψης και της θεσμικής αποτύπωσής της, με αποκορύφωμα την κρίση του 2007-8.

                Ανάλογα και ισοδυνάμως φθηνά επιχειρήματα παράγονται από τους φορείς και τους σταθερούς (ακόμη και υπόρρητους) μηχανισμούς της εξουσίας, όταν επικαλούνται, με διάφορες αφορμές, την ανάγκη να περισταλεί η ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεσμικές εγγυήσεις τους, από την μοντέρνα πολιτεία. Είναι χαρακτηριστική η προβολή αυτής της ανάγκης, όταν παρουσιάζονται εξάρσεις φαινομένων ανομίας ή σοβαρά προβλήματα από τη δράση της οργανωμένης παρανομίας. Είναι ακόμη και εντυπωσιακή η επίκληση της απαίτησης για την υπέρβαση των απόλυτων ορίων της ελευθερίας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η οργανωμένη τρομοκρατία, παλαιότερα εκείνη που συνδεόταν με τον αριστερό εξτρεμισμό και πρόσφατα αυτή που προέρχεται από τον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Όλα αυτά τα επιχειρήματα φέρνουν στο νού μας, τη ρήση του Βενιαμίν Φραγκλίνου: Όσοι παραιτούνται της ουσιαστικής ελευθερίας για λίγη, προσωρινή ασφάλεια, δεν είναι άξιοι ούτε της ελευθερίας ούτε της ασφάλειας.[7] Οι παράγοντες, ιδίως οι συντηρητικοί, της νεωτερικής κοινωνίας που διαλέγουν την ασφάλεια, πρέπει να επανεξετάσουν την πνευματική τους συγγένεια με τις θεμελιώδεις αρχές του αστικής ιδεολογίας.   

Η πολιτική ελευθερία και η γενική συμμετοχή στις αποφάσεις για τα συστατικά και τις δράσεις της πολιτείας, παρέμεινε διά μακρόν μια αόριστη και υποκριτική ευχή. Τα πολιτικά κινήματα των κατωτέρων τάξεων διεκδίκησαν και επέτυχαν την υποχώρηση των μέχρι τότε ολίγιστων διαχειριστών της εξουσίας, για να αναγνωριστεί από το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα το γενικό δικαίωμα της ψήφου για τους άνδρες και η ουσιαστική διεύρυνση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι.[8] Οι γυναίκες περίμεναν ακόμη τις ωριμάνσεις του εικοστού αιώνα για να αναγνωριστεί το δικό τους δικαίωμα να ψηφίζουν και να εκλέγονται. Στις περισσότερες νεωτερικές χώρες, στην πράξη, οι γυναίκες έχουν λιγότερη πολιτική ελευθερία ή ασθενέστερα πολιτικά δικαιώματα και η αποτύπωση αυτού του γεγονότος είναι είτε η μικρότερη συμμετοχή τους στα πολιτικά αξιώματα και τις θεσμικές εκπροσωπήσεις είτε οι διεκδικήσεις ή ακόμη και οι ρυθμίσεις για μια αναγκαστική αναλογία των γυναικών στις πολιτικές ή θεσμικές διαδικασίες δηλώνουν την απόσταση από την επιθυμητή κατάσταση.

                Οι παλινωδίες σχετικά με την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν συνεχείς και αδιάλειπτες τους δύο παρελθόντες αιώνες. Οι δικτατορικές εκτροπές από την εύλογη δημοκρατική κανονικότητα, ακόμη και στην Ευρώπη (Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα, Τουρκία) διέλυαν, κάποτε ολότελα, την ελευθερία, ενώ καθιστούσαν τη δημοκρατία ένα ασταθές υπόδειγμα πολιτειακής οργάνωσης, μέχρι και στην όγδοη δεκαετία του εικοστού αιώνα (στην Τουρκία μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’80). Ο φασισμός για είκοσι τρία χρόνια και ο ναζισμός για μια υπέρ-δεκαετή περίοδο κυριάρχησαν σε δύο από τα πλουσιότερα κράτη του νεωτερικού κόσμου, αιματοκύλησαν την παγκόσμια σφαίρα και παραλίγο να οδηγήσουν στο χείλος της καταστροφής την ανθρωπότητα. Οι δικτατορίες και τα αυθαίρετα-αντιδημοκρατικά καθεστώτα ήταν ένας σταθερός κανόνας στη Λατινική Αμερική, την Αφρική και την Ασία, σε ολόκληρη την παρελθούσα εκατονταετηρίδα. Η πάγκοινη, παγκόσμια και εδραιωμένη ελευθερία έχει πολύ μικρότερη, αλλά και πολύ πιο πρόσφατη ιστορία, από όσο εικάζουμε ή ισχυριζόμαστε. Σε ορισμένες περιπτώσεις η «ελεύθερη επιλογή στις αγορές» συνυπήρξε με κάποια άνεση και ευδοκίμηση με τις δικτατορίες και τους δραστικούς περιορισμούς της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η ελεύθερη επιλογή στην αγορά και η γενική ελευθερία δεν βρίσκονται, λοιπόν, σε υποχρεωτική συμβίωση και η σχέση τους, ενδεχομένως αναγκαστική, μεταβάλλεται σε σταθερή και σε ένα βαθμό ισορροπημένη, από τις τελευταίες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα.

                Η κορυφαία υποκρισία του νεωτερικού κόσμου είναι ότι ομνύει μετά μανίας στην Ελευθερία (liberté, égalité, fraternité ou la mort-ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα ή θάνατος),[9] αλλά όλοι οι ποινικοί νόμοι τοποθετούν, ως τιμωρία, ποινές στερητικές της ελευθερίας. Προφανώς, η διαρκής αναπροσαρμογή του δικαίου και ο εκπολιτισμός των ποινών (όπως και της δικαστικής διαδικασίας) εξαφάνισε σε πολλές περιπτώσεις τη θανατική ποινή ή, με βάση την αρχή της αναλογικότητας των ποινών, μείωσε τις επιπτώσεις τους για την ελευθερία στα λιγότερο σοβαρά αδικήματα. Παραμένει, ωστόσο, αυτή η αθλιότητα, δηλαδή ο πολιτισμός της ελευθερίας να τιμωρεί στερώντας γενικά την ελευθερία, δηλαδή το υπέρτατο αγαθό μετά την ίδια τη ζωή. Αυτή η κατάσταση υποδεικνύει ότι η κοινωνία της ελευθερίας δίνει μικρότερη σημασία, από όσο διακηρύττει, στο αγαθό που προασπίζεται κατά προτεραιότητα. Είναι προφανές ότι το έργο του Βίκτωρος Ουγκώ: Οι Άθλιοι είναι απολύτως επίκαιρο σήμερα, για το μεγαλύτερο πλήθος των καταδικασμένων για αδικήματα, οι οποίοι έχουν υποστεί τον ποινικό κολασμό με τη στέρηση της ελευθερίας. Κάποιοι βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση για μια φραντζόλα ψωμί ή κάτι ανάλογο, κάποιοι (ασθενείς) για χρήση ναρκωτικών και κάποιοι επειδή απλώς αγνοούσαν τον ίδιο το νόμο, τις συνέπειές του και την ακατανόητη στο μέσο άνθρωπο (πράγμα απαράδεκτο για τη νομιμότητα) θεσμική περιπλοκότητα (ή απλώς δεν είχαν τα οικονομικά μέσα να προσλάβουν ικανό συνήγορο). Η στέρηση της ελευθερίας συνοδεύεται από απαράδεκτες συνθήκες εγκλεισμού, με κάτι που μοιάζει σαν μια σωρευτική θεσμική εκδίκηση που παραβιάζει εκ προοιμίου κάθε είδος ανθρώπινων δικαιωμάτων. Κατά κανόνα η «αποδέσμευση» αφήνει βαριά στίγματα και η επαναφορά στην κανονική ζωή είναι σχεδόν αδύνατη, ενώ η λαθροβίωση στις παρυφές ή τα έγκατα της παρανομίας μοιάζει να είναι η βαθύτερη συνέπεια, μπορεί, ίσως, και πλάγια «επιθυμία» των επινοητών του ίδιου του συστήματος ποινών, ενδεχομένως (ως οριακή παθογένεια), και των μηχανισμών καταστολής ή των λειτουργών της δικαιοσύνης. Το ερώτημα είναι, αν ορθά προβλέπεται γενικά από τη νομιμότητα. Ενώ η νεωτερική κοινωνία έχει ιστορία πάνω από δύο αιώνες, το ποινικό σύστημα και οι μηχανισμοί εγκλεισμού έχουν ουσιαστική καταγωγή στο μεσαίωνα και τη φεουδαρχία, δηλαδή σε ένα σύστημα που ήθελαν να ξεπεράσουν οι αστικές επαναστάσεις.

                Καθώς οι ποινικές διαστάσεις των νόμων καθορίζουν την ηθική και φιλοσοφική αξιολόγηση του συνόλου της νομιμότητας έναντι της ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, υποδεικνύουν την πραγματική φύση του ρόλου των κατασταλτικών μηχανισμών, των διοικητικών μηχανισμών και των εκπροσώπων της δικαστικής λειτουργίας. Οι κατασταλτικές αρχές και οι διοικητικές υπηρεσίες είναι όργανα της εκτελεστικής εξουσίας και κατά μείζονα λόγο η δράση τους απεικονίζει τη βούληση, τη στρατηγική και τις τακτικές των ασκούντων την κυβερνητική δύναμη ή τις αυθαιρεσίες των ιδίων των οργάνων με σχετική αυτονομία. Ενώ οφείλουν να είναι ελεγχόμενα όργανα από το σώμα των πολιτών, συχνά ή πάντα, χρησιμοποιούν τη δύναμη της αρμοδιότητας πέραν της υποχρέωσης της υποστήριξης των πολιτών και αυθαιρετούν για να υπηρετήσουν τον συγκεντρωτικό εξουσιαστικό μηχανισμό και κάποιες ιδιοτέλειες. Η απολυταρχία βρίσκει νέες επιβεβαιώσεις σε βάρος των πολιτών, με την απειλή της ελευθερίας, την παραβίαση ακόμη και των στοιχειωδέστερων δικαιωμάτων και την αυθαίρετη διαχείριση της θεσμικής δύναμης. Ανάλογα χαρακτηριστικά έχουν οι λειτουργοί της δικαιοσύνης. Ενώ διαχειρίζονται μια από τις τρεις διακριτές λειτουργίες της εξουσίας που υποχρεωτικά απορρέει από το έθνος (ή από το λαό), στις περισσότερες νεωτερικές χώρες δεν αναδεικνύονται από το λαό και δεν λογοδοτούν σε αυτόν για την άσκηση των καθηκόντων τους (λαμπρή εξαίρεση αυτή των ΗΠΑ),[10] με αποτέλεσμα να μοιάζουν απολύτως με κρατικούς υπαλλήλους, παρά το γεγονός ότι ασκούν εξουσία. Είναι, λοιπόν, και αυτοί (συμβολικά) τέκνα της απολυταρχίας και όχι της νεωτερικής πολιτείας (δημιουργήματα μιας εξαχρείωσης που πρέπει να τελειώσει σύντομα). Η ασυναρτησία, περί της δήθεν προστασίας της ελευθερίας, περιβεβλημένη με τις ακατανόητες θεσμικές περιπλοκές και τα νομικά τερτίπια, δεν είναι αδόκητη, αλλά επιβεβλημένη. Στη χειρότερη περίπτωση οι δικαστές που εκπαιδεύτηκαν στις δικτατορίες και στην καλύτερη οι λειτουργοί που μοιάζουν με τον Ιαβέρη δεν έχουν θέση στη νεωτερικότητα. Επειδή η κοινωνία της ελευθερίας δεν έχει σχέση με την θεσμική εκδίκηση, εκλέγει τους δικαστές της και τούς ελέγχει για την επιτέλεση των σκοπών της δικαστικής λειτουργίας, ενώ καταργεί τον μεσαιωνικό αναχρονισμό τόσο των ποινών που στερούν γενικά την ελευθερία όσον και τον εγκλεισμό όλων για την εφαρμογή τους. Η ελευθερία, ως θεμελιώδης αρχή, απαγορεύεται να αρθεί με εφαρμοστικό νόμο. Ο σύγχρονος πολιτισμός θα διασκευάσει τα κατάλληλα θεσμικά αντίβαρα, με αντικείμενο την κατάσχεση και τον περιορισμό της ιδιοκτησίας ή τις προσωπικές υποχρεώσεις έναντι του Δημοσίου, οι οποίες δεν αίρουν τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

____________________________

Είμαστε εμποτισμένοι από τη υπέρτατη «πίστη» στην αξία του τριαδικού συνθήματος της γαλλικής επανάστασης και ορκιζόμαστε με απόλυτο τρόπο στα ιδανικά του:  Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα ή θάνατος στη Γαλλία, Ελευθερία ή θάνατος στην Ελλάδα. Και όμως, η ιερή και αποφασιστική υπόσχεση δεν συνοδεύτηκε από την ισοδύναμα ταχεία και αποφαστική εφαρμογή τους στη νεώτερη και σύγχρονη πολιτεία.               

                Η ελευθερία παρέμεινε μια απλή (και ανεκπλήρωτη) δέσμευση της νεωτερικής πολιτείας, αλλά καθυστέρησε πολύ να γίνει πραγματικότητα για ορισμένες από τις σημαντικές διαστάσεις της. Στην ουσία η μόνη διάσταση της που κατοχυρώθηκε από τις πρώτες στιγμές ήταν η ελεύθερη επιλογή στην αγορά. Τα πολιτικά δικαιώματα και οι πολιτικές ελευθερίες ήταν προνόμια μιας μικρής μειονότητας ανθρώπων με περιουσία και μόρφωση. Η αναγνώριση και η ενεργής άσκηση τους από τις μεγάλες μάζες των ανδρών έγινε δυνατή από την έβδομη δεκαετία του δεκάτου ενάτου αιώνα και από τις γυναίκες από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Τα δικαιώματα και επομένως οι ελευθερίες του συνέρχερθαι και του συνεταιρίζεσθαι είχαν αρθεί για ογδόντα χρόνια, αποκαταστάθηκαν ελλειπτικά από τις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου ένατου αιώνα, βασανίστηκαν κατ’ επανάληψη από τις σύγχρονες νομιμότητες και από τους εργοδότες, ενώ ήταν ουσιαστικά έκνομα στις περιόδους των δικτατοριών, των όχι σπάνιων περιόδων του αυταρχισμού και στη διάρκεια των φασισμών του μεσοπολέμου. Η ελευθερία είναι υπό αίρεση ακόμη και σήμερα σε πολλές νεωτερικές χώρες, για τους κατοίκους-εργαζόμενους που δεν είναι πολίτες και όσους πολίτες διαφέρουν από τα χαρακτηριστικά των πλειονοτήτων των εθνικών πληθυσμών, ενώ η ελευθερία του ατομικού αυτό-προσδιορισμού συγκροτεί διάφορες ευτράπελες καταστάσεις, στις οποίες οι, κατά τα άλλα σοβαρές, εξουσίες «επιλέγουν τον τύπο και το βαθμό της ελευθερίας των πολιτών». Δίπλα στα προηγούμενα, οι παρωχημένοι διακανονισμοί για τη ρύθμιση των διαπροσωπικών και των οικογενειακών σχέσεων, εκβάλλουν και σε συντριπτικά προσωπικά δράματα, με θύματα τα ανήλικα τέκνα.

Οι δοκιμασίες και οι ανακολουθίες της ελευθερίας μάς επιβάλλουν να ενδυναμώσουμε τους κανόνες που τήν εδραιώνουν και να επινοήσουμε τη μέθοδο να μην τήν προσβάλλουμε, τη στιγμή που, ακριβώς, είμαστε υποχρεωμένοι να τήν προασπιζόμαστε από οποιαδήποτε απειλή. Πρώτα από όλα η κοινωνία και η πολιτεία της ελευθερίας απαγορεύεται να τιμωρεί, γενικά, με τη στέρηση της ελευθερίας∙ αυτός είναι, για όσο παραμένει, ένας απαράδεκτος πρωτογονισμός. Επινοεί νέες και ευσταθείς μεθόδους αντιμετώπισης της παρέκκλισης, της παραβατικότητας και της διαπιστωμένης παρανομίας. Εξεργάζεται, επομένως, τρόπους αποτροπής και, τελικά, τέτοιες ποινές που δεν αναιρούν τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα∙ το μέτρο προσδιορισμού των ορίων είναι η προστασία της ελευθερίας από την αναίρεση της. Επιπρόσθετα δεν μπορεί οποιοσδήποτε και για οποιαδήποτε αφορμή να θέσει σε αντιπαράθεση την ασφάλεια και την ελευθερία. Η ασφάλεια είναι και δέον να είναι υποταγμένη στην ελευθερία. Όποιος θεωρεί ότι η ελευθερία οφείλει να πληρώνει τιμήματα περιστολής δικαιωμάτων προκειμένου να προωθηθεί η ασφάλεια των προσώπων και των περιουσιών τους, στρέφεται εναντίον της νομιμότητας και ουσιαστικά ζητεί την αναίρεσή της∙ αυτό το αίτημα μοιάζει με πρόσκληση σε πραξικόπημα.

Η νεωτερική πολιτεία της ελευθερίας διευρύνει τις ελευθερίες και εμπιστεύεται τους ελεύθερους πολίτες, να διοικούν τη συγκεκριμένη νομιμότητα. Διεύρυνση της ελευθερίας σημαίνει ότι τα ατομικά δικαιώματα επικρατούν οποιασδήποτε προνομίας της πολιτικής εξουσίας και της οικονομικής δύναμης, ανεξάρτητα από την αιτία ή το πρόσχημα με το οποίο κτάται  και διατηρείται η κάθε προνομία. Υπό αυτήν την έννοια το δικαίωμα στην εργασία και τα συμπαρομαρτούντα κοινωνικά δικαιώματα, που συναρτώνται με την εργασία και το αξιοπρεπές εισόδημα, οφείλεται για αποκτήσουν ισοδυναμία με τις προβλέψεις για την ιδιοκτησία και η νομιμότητα να τά εγγυηθεί διά-βίου (το ανάλογο με το: αιωνίως για την ιδιοκτησία, καθώς η δυνατότητα για εργασία είναι πεπερασμένη). Αυτή η ρύθμιση ευρύνει ταυτόχρονα τις πολιτικές ελευθερίες και τις δυνατότητες άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων (επομένως είναι προϋπόθεση και για την άσκηση του δικαιώματος του «εκλέγειν» και του «εκλέγεσθαι»).

Αναπόσπατο μέρος της ελευθερίας και των πολιτικών δικαιωμάτων είναι η δυνατότητα όλων των πολιτών να εκλέγουν και να ελέγχουν σε τακτική βάση όλους τους άρχοντες και τους κατέχοντες θέσεις ευθύνης, οι οποίοι έχουν καθήκον την άσκηση του δημόσιας εξουσίας. Αυτό το δικαίωμα είναι απολύτως συνδεόμενο με τη δυνατότητα να εκλέγονται όλοι οι πολίτες σε δημόσια αξιώματα, δηλαδή με την ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να διαβούμε έναν τραχύ και δύσβατο δρόμο προνομίων και διακρίσεων, που συχνά συγχέονται με τα «δικαιώματα» όσων κρατούν διά μακρόν θέσεις εξουσίας ή αρμοδιότητας, τυπικώς νόμιμα, αλλά εκτός του «πνεύματος» της νομιμότητας, σχετικά με τη διαχείριση της εξουσίας. Η ουσιαστική άσκηση της πολιτικής ελευθερίας και των πολιτικών δικαιωμάτων σημαίνει ότι όλοι οι άρχοντες, αντιπρόσωποι και εκπρόσωποι της εκτελεστικής, της νομοθετικής και της δικαστικής λειτουργίας, δηλαδή των συστατικών της εξουσίας, εκλέγονται αμέσως και απευθείας από το λαό. Η συμφωνία με αυτήν την αρχή σημαίνει τουλάχιστον ότι οι λειτουργοί της δικαιοσύνης είναι αποκλειστικώς αιρετοί και η θητεία τους, όπως και δυνατότητα ανανέωσής της, είναι περιορισμένη. Ανάλογη πρόβλεψη πρέπει να αφορά στα ανώτατα διοικητικά στελέχη, τα οποία ασκούν δημόσια εξουσία, είτε στο εθνικό είτε στο τοπικό πλαίσιο, και τους επικεφαλής των διωκτικών αρχών και σωμάτων. Η μειωμένη χρονικά θητεία αυτών των αρχόντων και ο δραστικός περιορισμός της επανάληψής της ανοίγει τη δυνατότητα για την πολλαπλή αξιοποίηση των ικανοτήτων των πολιτών και διευρύνει τον κοινωνικό έλεγχο, ενώ απομειώνει τα περιθώρια της αυθαιρεσίας. Για την αποτελεσματικότητα υπάρχει ένας μόνον κανόνας: η σύγκριση των επιτευγμάτων στο χρόνο προσδιορίζει τη σχέση των ατόμων με τις απαραίτητες τιμές και τους μελλοντικούς στόχους.

  


[1] Liberté, égalité, fraternité. Το σύνθημα θεωρείται ότι αναφέρεται για πρώτη φορά επίσημα από τον Maximilien Robespierre στην ομιλία του για την οργάνωση της Εθνικής Φρουράς, στην όποία λέει τα ακόλουθα: “Elles porteront sur leur poitrine ces mots gravés : LE PEUPLE FRANÇAIS, & au-dessous : LIBERTÉ, ÉGALITÉ, FRATERNITÉ. Les mêmes mots seront inscrits sur leurs drapeaux, qui porteront les trois couleurs de la nation” («Αυτοί θα φέρουν στις στολές τους τις παρακάτω λέξεις: Ο Γαλλικός Λαός και από κάτω: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα. Οι ίδιες λέξεις θα γράφονται πάνω στη σημαία τους, που θα φέρουν τα τρία χρώματα του έθνους»). Πβ., M. Robespierre,Discours sur l’organisation des gardes nationals” (5-12-1790), Oeuvres de Maximilien Robespierre, Tome VI., Presses Universitaires de France, 1950, σ. 643

[2]  “French Third Republic” (La Troisième République ou La IIIe République), Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/French_Third_Republic.  

[3] “Slavery: Ways of ending slavery”, Encyclopædia Britannica, Encyclopædia Britannica’s Guide to Black History, http://www.britannica.com/blackhistory/article-24160.

[4] J.H. Stewart, A Documentary Survey of the French Revolution, New York, Macmillan, 1951, σσ. 165-166. Την ίδια περίοδο στην Βρετανία (1800) τίθεται σε εφαρμογή η Combination Act, με ανάλογο περιεχόμενο.  Πβ., A. Aspinall, E.A. Smith (eds.), English Historical Documents, XI, 1783-1832, New York, Oxford University Press, 1959, σσ. 749-752.

[5] F.A. Hayek, The Constitution of Liberty, Chicago, Chicago University Press, 2011 (1960), σσ. 384-404.

[6] F.A. Hayek, “letter”, The Times, 11-7-1978, σ. 15.

[7] «They, who would give up essential liberty, to purchase a little temporary safety, deserve neither liberty nor safety». Πβ., B. Franklin, Reply to the Governor, Pennsylvania Assembly, 11-11-1775.

[8] E. Hobsbawm, Η Εποχή του Κεφαλαίου, 1848-1875, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, 1996.

[9] Είναι μια εκδοχή του συνθήματος, η οποία έχει γραφεί αρκετές φορές στα χρόνια της επανάστασης και παρουσιάζεται στις επίσημες πινακίδες αναγγελίας της πώλησης των κατασχεθέντων εκκλησιαστικών ακινήτων (biens nationaux).

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση