Βία και Δημοκρατία

Αναδημοσίευση από την «Εφημερίδα των Συντακτών»

Γράφει ο Παντελής Κυπριανού,
Καθηγητής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Πατρών

 

Το τελευταίο διάστημα διαπιστώνονται ανά τη χώρα όλο και περισσότερα κρούσματα βίας από ποικιλώνυμους φορείς, κρατικούς και μη: στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, στους χώρους δουλειάς και, βεβαίως, στους δρόμους, εναντίον μεταναστών και μη. Τα ξένα ΜΜΕ, ιδιαίτερα το BBC, αναφέρονται συχνά-πυκνά σε τέτοια κρούσματα, ιδιαίτερα εναντίον μεταναστών, που σίγουρα δεν τιμάνε τη Δημοκρατία μας.

Ασφαλώς τα κρούσματα βίας είναι ποικιλόμορφα όσον αφορά τις προθέσεις, την ένταση και τις συνέπειες. Όπως και να τα δει όμως κανείς, είναι μη αποδεκτά σε μια Δημοκρατία. Κανένας σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Η αυτονόητη αυτή διαπίστωση είναι, όμως, μόνο η μισή «αλήθεια». Η άλλη μισή βρίσκεται στην ποιότητα της Δημοκρατίας.

Ο Μαρξ υποστήριξε ότι μια κυριαρχούμενη τάξη γίνεται πιο συντηρητική μόλις γίνει κυρίαρχη. Κάτι ανάλογο, από άλλη οπτική, έγραφε και ο Τοκβίλ στη μελέτη του για τη Δημοκρατία στην Αμερική. Η καλύτερη ασπίδα, σημείωνε, στην εξέγερση είναι η ιδιοκτησία και η συγκρότηση μιας μεσαίας τάξης ιδιοκτητών, οι καλές προθέσεις δεν φτάνουν όταν ο άλλος πένεται και ταπεινώνεται.

Πόσο όμως πολυάριθμη είναι η κυρίαρχη ομάδα και τι χρήση κάνει της εξουσίας της; Από τις αρχές του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, χάρη, μεταξύ άλλων, και στο κοινωνικό κράτος, σε όλες τις καπιταλιστικές φιλελεύθερες δημοκρατίες διευρύνθηκαν σημαντικά τα μεσαία και μικρομεσαία, μη παραδοσιακά στρώματα. Πολλοί μίλησαν για δικαίωση του Τοκβίλ έναντι του Μαρξ.

Εδώ και δύο δεκαετίες είμαστε μάρτυρες μιας διαδικασίας απίσχνανσης και αποδυνάμωσης των μεσαίων στρωμάτων και συγκέντρωσης πλούτου και εξουσίας από μικρό μέρος του πληθυσμού. Με τοπικές διαφοροποιήσεις, η τάση ξεπερνάει εθνικά σύνορα, είναι διεθνής και αποτυπώνεται σε πολλούς δείκτες, όπως η εκπαίδευση.

Για την αποτροπή του ενδεχόμενου συγκέντρωσης και ιδιοποίησης του πλούτου και της εξουσίας, τα ανερχόμενα αστικά στρώματα επινόησαν, περισσότερο από τρεις αιώνες πριν, τρεις αλληλοσυμπληρούμενες ιδέες. Η πρώτη έγκειται στην καταπολέμηση των παθών με άλλα πάθη, αντι-πάθη, όπως το εμπόριο και η εν γένει οικονομική δραστηριότητα, έτσι ώστε τα άτομα να αυτοελέγχονται.

Συνέχεια της αντίληψης αυτής είναι η διάκριση αντίρροπων εξουσιών, νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής, η οποία θα απέτρεπε την υπέρμετρη συγκέντρωση εξουσίας, η θέσπιση κανόνων (πρακτική που θα βρει την παραδειγματική της μορφή στο fair play) και αξιών (όπως η αποδοχή του άλλου και η μη χρήση βίας) πάνω στις οποίες θα οικοδομηθεί ο δυτικός πολιτισμός, νομικός και μη. Τέλος, η συγκέντρωση εξουσίας θα αποτρεπόταν μέσω της συγκρότησης ενός δημόσιου χώρου εδρασμένου στον ενεργό-κριτικό πολίτη του Διαφωτισμού που θα έπαιρνε τη μοίρα στα χέρια του. Στις τρεις αυτές επινοήσεις προστίθεται μετά το 1940 και το κοινωνικό κράτος που λειτούργησε ως μηχανισμός αναδιανομής πλούτου κι ως εργαλείο συγκρότησης νέων κοινωνικών ομάδων.

Και οι τέσσερις ιδέες έχουν σήμερα αποδυναμωθεί. Η διάκριση των εξουσιών και ορισμένες αξίες ασφαλώς υφίστανται ως καταστατικές αρχές των δυτικών κοινωνιών. Επιπλέον, έχουν εμφανιστεί νέα κινήματα ενεργών πολιτών. Αρχές, όμως, και κινήματα αποδυναμώνονται δραστικά στο πλαίσιο ενός νέου δημόσιου χώρου κυριαρχούμενου από το lifestyle, τη δύναμη της εικόνας αλλά και πρακτικές των ισχυρών που ανακαλούν όλο και περισσότερο τους ευγενείς του 15ου αιώνα που, σύμφωνα με τον Μακιαβέλι, νοιάζονταν μόνο για τον εαυτό τους.

Σε μια συνθήκη που έχουν διαρραγεί θεμελιώδεις συμβάσεις, ο διάλογος προσλαμβάνεται ως διαδικασία που απλώς επικυρώνει την ισχύ του ισχυρού. Έτσι και η αμφισβήτηση κάθε μορφής εξουσίας και η εκκόλαψη πρακτικών παραδοσιακής εξέγερσης, όπως η αυτοδικία. Η αποκήρυξη των εν λόγω πρακτικών, στο όνομα της Δημοκρατίας, δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική όσο διατηρείται η υφιστάμενη κοινωνική και οικονομική απορρύθμιση που περιθωριοποιεί τους πολλούς.

Η Ιστορία δείχνει ότι η αποκήρυξη θα τελεσφορήσει μόνο εάν και εφόσον η Δημοκρατία δεν νοείται ως τυπική διαδικασία αλλά ως καθεστώς ανοιχτό με σταθερούς και διαφανείς κανόνες και αξίες, που σέβεται τις μειοψηφίες, παίρνει στα σοβαρά τις πλειοψηφίες και δεν αγνοεί τους κοινωνικά και οικονομικά αδύναμους.

 

Πηγή:

«Εφημερίδα των Συντακτών» (10-1-2013)