Φιλανθρωπία ή Κοινωνικός Ακτιβισμός;

Γράφει η Αθανασία Φουσέκη
Ψυχολόγος

 

Δύο όροι, δύο στάσεις ζωής στις οποίες δίδονται διαφορετικές νοηματοδοτήσεις και πρόσημα, άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά. Πρόκειται, πράγματι, για μία διελκυστίνδα δύο αντίθετων μεταξύ τους στάσεων ζωής ή μήπως τελικά πρόκειται για ταυτόσημες εννοιολογικά έννοιες που όμως στη σύγχρονη εποχή διαφοροποιείται η πρακτική τους εφαρμογή;

Εύκολα θα μπορούσε να διακρίνει κανείς μελετώντας τις δύο αυτές έννοιες, ότι πρόκειται για δύο στάσεις ζωής με κοινωνική και ιστορική συνάφεια, κατά συνέπεια θα ήταν ανώφελο να εμπλακούμε σε μία ανιστορική ονοματολατρεία, από τη στιγμή που αναδεικνύεται πιο συνεπές και χρήσιμο να φωτιστεί η διαφορετικότητα στις σύγχρονες νοηματοδοτήσεις τους. Η Φιλανθρωπία και ο Κοινωνικός Ακτιβισμός έχουν ως κοινή συνισταμένη την ανθρώπινη ενεργητικότητα, τον εθελοντισμό, την προσφορά και την αλληλεγγύη, με απαραίτητη προϋπόθεση ότι ο «άλλος» γίνεται ο όρος της ύπαρξής μας. Άρα το ερώτημα που προκύπτει δε είναι «πράξη ή όχι», αλλά κυρίως «τι είδους πράξη;».

Κρίνεται αναγκαίο να γίνει ο διαχωρισμός ανάμεσα στη φιλανθρωπία και την «τυπολατρική» ή «επιδεικτική» φιλανθρωπία και τον «αυτάρεσκο ακτιβισμό». Η «τυπολατρική φιλανθρωπία» όπως και ο «αυτάρεσκος ακτιβισμός» αποτελούν στρεβλώσεις του πράττειν και του αγαπάν και θεμελιώνουν μία πατερναλιστική (=η, υπό το πρόσχημα της προστασίας, άσκηση πολιτικής που στοχεύει στον έλεγχο και την κυριαρχία επί των πολιτών) και εκμεταλλευτική σχέση. Πολλές φορές, οι πράξεις οι οποίες υποτίθεται ότι εκ φύσεως εμπεριέχουν «τον άλλον», στην πραγματικότητα αποτελούν μηχανισμό χτισίματος ενός γιγάντιου «εγώ». Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι πλούσιοι «φιλάνθρωποι», οι οποίοι χρηματοδοτούν κοινωνικά προγράμματα προκειμένου να γλιτώσουν τη φορολογία, αλλά αντίθετα, με ευχαρίστηση δέχονται να πραγματοποιούν δωρεές για κοινωνικούς σκοπούς. Με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας και την εξουσιαστική δύναμη που τους χαρίζει η οικονομική τους υπεροχή, απαιτούν να έχουν αυτοί την πρωτοβουλία. Αντιδρούν δηλαδή, εμμέσως πλην σαφώς, στην υποχρεωτική αναδιανομή των εισοδημάτων μέσω της φορολογίας, αλλά δεν έχουν αντίρρηση στην προαιρετική. Με αυτό τον τρόπο, η «φιλανθρωπία» τους καλύπτει μία τερατώδη φοροδιαφυγή. Και ενώ πράγματι φαίνονται φιλάνθρωποι, πρόκειται για μία μορφή φιλανθρωπίας που ισούται με μία πράξη συντήρησης των ανισοτήτων, η οποία προσβάλλει την αξιοπρέπεια του αδύναμου, ενώ υποθάλπει την έννοια της ελεημοσύνης και της ζητιανιάς. Δεν είναι, επίσης, λίγες οι περιπτώσεις και τα σκάνδαλα όπου η «βοήθεια» καταλήγει τελικά στις «φιλανθρωπικές» οργανώσεις και όχι στους πραγματικά ανήμπορους. Η αισχροκέρδεια, η οποία έχει τα πρωτεία στη χώρα μας, επισκιάζει για ακόμη μία φορά την αλληλεγγύη. Στην επιδεικτική και τυπολατρική φιλανθρωπία, ο «δυνατός φιλάνθρωπος» ο οποίος δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τον «άλλον», τον αδύναμο, αναπτύσσει συναισθήματα οίκτου απέναντι του, ενώ ταυτόχρονα υπερτονίζεται με αυτό τον τρόπο η ανισότητα ανάμεσα στη δική του πληρότητα και την κατωτερότητα αλλά και την έλλειψη του «άλλου». Με αυτό τον τρόπο, λοιπόν, ο «φιλάνθρωπος» παρουσιάζεται με διογκωμένο το εγώ και τη ματαιοδοξία του, τα οποία εκτρέφονται και από το φανερό ή καλυμμένο κομπασμό του για την υποτιθέμενη εκδήλωση αλληλεγγύης του προς τον ευάλωτο. Μία αλληλεγγύη που στην πραγματικότητα «προσφέρεται» για να επιστρέψει στον ίδιο τον «ευεργέτη». Η φιλανθρωπία καταντά μία πράξη ξεπλύματος ενοχών. Το αποτέλεσμα; Οι «ευεργέτες» να γίνονται δυνατότεροι (ή τουλάχιστον να νιώθουν κατ’ αυτό τον τρόπο) ενώ ταυτόχρονα να επισφραγίζεται η κατωτερότητα και ο επακόλουθος κοινωνικός αποκλεισμός του ευεργετηθέντος. Και έτσι ξεκινά ένας φαύλος κύκλος βίας…

Ο Θουκυδίδης, στον πρώτο τόμο του Πελοποννησιακού Πολέμου, γράφει «ο ευεργετηθείς είναι ψυχρότερος, επειδή ηξεύρει ότι θα αποδώση την καλωσύνην όχι προς χάριν, αλλά προς απότισιν χρέους.» Και ενώ μία ερμηνεία θα επικεντρωνόταν πιθανώς στην αχάριστη στάση του ευεργετηθέντος, ο αντίλογος συνοψίζεται στο ότι μία προσφερόμενη καλοσύνη που δίνει προσωρινό «καλό», μόνο ως χρέος μπορεί να φορτωθεί στον αδύναμο, καθώς νομιμοποιεί και παρατείνει την προβληματική κατάσταση του χωρίς ουσιαστικά να τον απαλλάξει από αυτήν, παρά μόνα προσωρινά. Η φιλανθρωπία χάνει το πραγματικό νόημά της και δηλώνει μία μίζερη έκπτωση της αγάπης σε πράξεις που υποτιμούν τον ευεργετούμενο και παραγνωρίζουν τις πραγματικές του ανάγκες. Αυτή η στάση της φιλανθρωπίας μοιάζει λίγο με το να δίνεις ασπιρίνες σε καρκινοπαθή που χρίζει χημειοθεραπείας.

«Ένα κόκαλο στο σκύλο δεν είναι φιλανθρωπία. Φιλανθρωπία είναι το κόκαλο που μοιράζεσαι με το σκύλο, όταν πεινάς όσο κι αυτός». Ταυτίζοντας τον εαυτό σου με τους αδύναμους, καθιστάς επώνυμους εκείνους τους οποίους η κοινωνία άφησε ανώνυμους. Η Φιλανθρωπία χωρίς «επιθετικούς προσδιορισμούς» είναι η στάση αγάπης και φιλίας ως προς τον άνθρωπο, ενώ προϋποθέτει ανοιχτές καρδιές, προσφορά και ελάχιστες έως καθόλου δικαιολογίες. Ζητά την ενσυναίσθηση, την ικανότητα να κάνεις στοιχείο του προσωπικού σου σύμπαντος την εμπειρία ενός άλλου ατόμου καταπατώντας τον εγωισμό και αδειάζοντας την αυτάρκειά σου. Εκείνος που προσπαθεί να ζήσει με αυτούς που υποφέρουν ενώ παράλληλα βλέπει, προβλέπει ή διαβλέπει τρόπους για να τους βοηθήσει, είναι φιλάνθρωπος, κοινωνικός ακτιβιστής ή τελικά και τα δύο;

«Αν ξέραμε πόσο σύντομη είναι η ζωή, δε θα ξοδεύαμε τόσο χρόνο για ευεργεσίες» (Άστορ Μάργκαρετ). Από τα λόγια αυτά, ενδεχομένως να διαφαίνεται η ανάγκη του κοινωνικού ακτιβισμού που έρχεται αν όχι για να αντικαταστήσει τη φιλανθρωπία ή για να δείξει την αντίθεσή της από αυτήν, αλλά για να τη συμπληρώσει. Για παράδειγμα, δίνοντας σε έναν άνθρωπο ένα ψάρι, αυτός θα φάει για μία ημέρα, ενώ μαθαίνοντάς τον να ψαρεύει, θα τρώει για μία ζωή. Αν λοιπόν διαπιστώναμε πόσο μικρή είναι η ζωή θα συνειδητοποιούσαμε πως οι ευεργεσίες δεν είναι παρά μία πράξη προσωρινής ανακούφισης και όχι αποτελεσματικής «θεραπείας» ή ουσιαστικής αλλαγής. «Η θανατική ποινή είναι λάθος θεραπεία για το έγκλημα, όπως η φιλανθρωπία/ευεργεσία είναι λάθος θεραπεία για τη φτώχεια»» (Φορντ Χ.). Η σωστή «θεραπεία» είναι εκείνη που δε χαρακτηρίζεται από μεμονωμένες και περιστασιακές πράξεις βοήθειας αλλά από κοινωνική δράση που θα αναδείξει τα προβλήματα, και με γνώμονα την αλληλεγγύη και την ισότιμη μεταχείριση των αδυνάτων, θα αγωνιστεί κατά των ριζών που γεννούν αδικίες και κατά των πάσης φύσεως εξουσιαστικών μηχανισμών και συσσώρευσης κεφαλαίου. Ο κοινωνικός ακτιβισμός που ανήκει στη ρεαλιστική σκέψη και στον εθελοντισμό, καλεί όλους εκείνους που «αδυνατούν» προτείνοντάς δράσεις που θα τους βοηθήσουν να καταφέρουν με τη δική τους αξία να βγουν από την υποδεέστερη θέση τους. Δηλώνει τη θέληση του ανθρώπου να διαμορφώσει τον κόσμο γύρω του ανάλογα με τις επιθυμίες του «επί το βέλτιστω», με την ανάλογη δράση του. Ο κοινωνικός ακτιβισμός έχει λοιπόν δύο μεγάλες προκλήσεις. Από τη μία να ενθαρρύνει τους ανθρώπους σε αυτεξούσιες ενέργειες και από την άλλη να αποφύγει την παρεμπόδιση και την παρενόχληση από τον πιο ισχυρό ο οποίος ενδεχομένως να αισθάνεται ότι απειλείται. Ακτιβισμός γενικά σημαίνει δράση. Οι μεγαλύτερες σήμερα εκδηλώσεις (δραστηριότητες) ακτιβισμού αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, την προστασία του περιβάλλοντος, της εργασίας, της μόρφωσης κ.τ.λ. και παρουσιάζονται με διάφορες μορφές δράσης, όπως υπαίθριες συναυλίες, πορείες, απεργίες, κινητοποιήσεις καθαρισμού, αναδάσωσης κ.τ.λ. Ως λογική παρέμβασης και πολιτικής πρακτικής, ο ακτιβισμός τα τελευταία χρόνια έχει ξαναέλθει στο προσκήνιο κυρίως μέσα από το no-global κίνημα, αλλά και μέσα από τη δράση διαφόρων Μη Κυβερνητικών οργανώσεων (π.χ. clown army, δράσεις GREENPEACE κ.τ.λ.).

Αρκεί να δώσεις μερικά χρήματα σε ένα ζητιάνο; Ακόμη κι αν δεν υποκινείσαι από οίκτο αλλά από μία πραγματική ανάγκη προσφοράς και βοήθειας, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: Σήμερα τον βοηθάς αλλά αύριο θα περιμένει πάλι ελεημοσύνη. Και είναι φυσικό πως όταν σε ένα οργανωμένο κράτος μιλάμε για ελεημοσύνη, σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά και ότι ίσως η λέξη «οργανωμένο» θα έπρεπε να παραληφθεί από την πρόταση. «Η φιλανθρωπία δεν μπορεί να είναι υποκατάστατο για τη δικαιοσύνη που δεν απονεμήθηκε» (Ιερός Αυγουστίνος 354-430 μ.Χ.). Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, παρεμβαίνει ο Κοινωνικός Ακτιβισμός για να παλέψει για ένα σύστημα που θα τον περιθάλψει ή τουλάχιστον θα τον εφοδιάσει με τα μέσα εκείνα ώστε να μπορέσει με τις δικές του ικανότητες να ξεφύγει από τη δυστυχία. Πρόκειται για μία συνειδητοποιημένη πάλη, η οποία προϋποθέτει ότι κάποιος είναι διατεθειμένος να επωμιστεί το κόστος αυτού του αγώνα προσφέροντας είτε ελεύθερο χρόνο είτε χρήμα είτε τεχνογνωσία και κυρίως ισχυρή βούληση στο να αλλάξει μία μη επιθυμητή κατάσταση. Και εάν η πολιτεία αδυνατεί να προσφέρει στους πολίτες της πολλά από τα δικαιώματα τους, ο κοινωνικός ακτιβισμός δύναται, καθώς με τις συλλογικές πρωτοβουλίες αλληλεγγύης και την ελεύθερη δράση των πολιτών μπορεί να επιτευχθεί η κοινωνική αφύπνιση και η δημιουργικότερη αξιοποίηση των φυσικών, υλικών και ανθρώπινων πόρων. Εκεί που το κράτος και η γραφειοκρατία παρακωλύει τη δημιουργικότητα και την πρωτοβουλία, η κοινωνία πολιτών μπορεί να δράσει και να φέρει αλλαγή και καινοτομία. Άλλωστε, στον πυρήνα της ελληνικής κοινωνίας επωάζεται ένα νεανικό ανθρώπινο κεφάλαιο, το οποίο χαρακτηρίζεται από ηθική, πατριωτισμό, εθελοντισμό και μεγάλες δυνατότητες παρέμβασης.

Ίσως, τελικά, στο αρχικό δίλημμα, Φιλανθρωπία ή Κοινωνικός Ακτιβισμός, ικανοποιητική απάντηση να έδινε η αντικατάσταση του διαζευκτικού «ή» με τον συμπλεκτικό σύνδεσμο «και», δηλαδή Φιλανθρωπία και Κοινωνικός Ακτιβισμός. Ίσως είναι πιο αναγκαίο και ωφελιμότερο να μη δοθεί έμφαση τόσο στα ετερόκλητα μεταξύ τους στοιχεία όσο στη συμπληρωματικότητά τους. Άλλωστε, όταν η φιλανθρωπία συναντήσει τα κατάλληλα μέσα και αποκτήσει στοχευμένη δράση αυτό δεν συνεπάγεται κοινωνικό ακτιβισμό;