Serge Latouch: Η κοινωνία της ανάπτυξης βρίσκεται σε κρίση γιατί πέσαμε στην παγίδα της «οικονομικής μεγέθυνσης»

Συνέντευξη του Serge Latouche στην εφημερίδα “Diagonal”

Μετάφραση από τα Ισπανικά: Δημήτρης Μαρκόπουλος

 

Ποια είναι η σχέση μεταξύ της ιδέας της αποανάπτυξης και της κριτικής της έννοιας της μεγέθυνσης;

latoucheΑνάπτυξη και μεγέθυνση είναι δύο λέξεις που συνήθως χρησιμοποιούνται αδιακρίτως, αν και εμπεριέχουν διαφορετικές νοηματικές αποχρώσεις. Γενικά, όταν μιλάμε για «ανάπτυξη» σκεφτόμαστε τις χώρες του Νότου, ενώ όταν μιλάμε για «μεγέθυνση» αναφερόμαστε περισσότερο στις χώρες του Βορρά, αλλά σε κάθε περίπτωση πρόκειται πάντα για την ίδια λογική της συσσώρευσης, της χρησιμότητας. Από την πτώση του τείχους του Βερολίνου και μετά, ξεκινάει αυτό που ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση, δηλαδή, η πλήρης εμπορευματοποίηση ολόκληρου του κόσμου: μια μοναδική αγορά, μια μοναδική σκέψη. Και επομένως, αυτή τη στιγμή, η ανάπτυξη ως ένα σχέδιο του Βορρά για το Νότο, χάνει το νόημά της αφού υπάρχει μόνο μια οικονομία της αγοράς: είναι η λογική της αγοράς που απλώνεται παντού.

Και παραδόξως, η ανάπτυξη δεν εξαφανίζεται από τον ορίζοντα: ανανεώνεται με την προσθήκη του επιθέτου «βιώσιμη», γιατί την ίδια στιγμή ο κόσμος είναι ενοποιημένος αλλά και εγκλωβισμένος στην οικολογική κρίση. Και για να αντιμετωπίσουμε την οικολογική κρίση χωρίς να τροποποιήσουμε θεμελιωδώς τη λειτουργία του συστήματος καταφεύγουμε σε αυτή τη λεκτική αλλαγή στρατηγικής, αυτή την εκπληκτική γλωσσική εφεύρεση της «βιώσιμης ανάπτυξης», ένα ωραίο οξύμωρο σχήμα. Ακριβώς για να εναντιωθούμε στη «βιώσιμη ανάπτυξη», που μετατρεπόταν σε κυρίαρχη ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης, χρησιμοποιήσαμε το σύνθημα της «αποανάπτυξης». Η έννοια αυτή αντικατοπτρίζει ότι αυτό που βρίσκεται σε κρίση είναι η κοινωνία της ανάπτυξης, την οποία πρέπει να αμφισβητήσουμε για να αποφύγουμε την παγίδα της «άλλης μεγέθυνσης», όπως οι ειδικοί της ανάπτυξης έπεφταν στην παγίδα της «άλλης ανάπτυξης».

Όταν μιλάμε για την αποανάπτυξη, συνήθως σκέφτεται κάποιος ότι έχει να κάνει με την αναστροφή του οικολογικού προβλήματος χωρίς την απαιτούμενη προσοχή στις κοινωνικές ανισότητες. Είναι έτσι;

Όχι, η κοινωνία της ανάπτυξης είναι μια κοινωνία ανισοτήτων. Η δυναμική της ανάπτυξης είναι η δυναμική των κοινωνικών ανισοτήτων. Πάντα ήμασταν δεμένοι σε μια δυναμική των κοινωνικών ανισοτήτων, εν μέρει κρυμμένων στις χώρες του Βορρά για 30 ή 40 χρόνια λόγω της μαζικής εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων των μακρινών χωρών, αλλά τώρα μπορούμε να δούμε καθαρά ότι, από τις πρώτες κρίσεις το 1974-75 και μετά, η δυναμική των ανισοτήτων ποτέ δεν υπήρξε πιο ισχυρή.

Επομένως, η αποανάπτυξη θα έπρεπε να υλοποιηθεί με τον ίδιο τρόπο σε Νότο και Βορρά; Θα μπορούσαμε να «αποαναπτυχθούμε» με τον ίδιο ρυθμό στις διάφορες χώρες του Βορρά;

Φυσικά και όχι. Πίσω από το σύνθημα της αποανάπτυξης και της αντίστοιχης ρήξης που φέρνει με την κοινωνία της ανάπτυξης βρίσκεται το άνοιγμα με θετικό τρόπο σε ποικίλα σχέδια που απλά έχουν ως κοινό πρόταγμα μια κοινωνία λιτή, χωρίς σπατάλη, υπερκατανάλωση κ.τ.λ. Μια κοινωνία λιτότητας σε μια αφρικανική χώρα σημαίνει περισσότερη παραγωγή και κατανάλωση, αφού αυτές οι περιοχές δεν είναι καν σε κατάσταση λιτότητας, αλλά σε χειρότερη θέση. Για εμάς, είναι ξεκάθαρο ότι πρέπει να παράγουμε και να καταναλώνουμε έχοντας μικρότερη εξάρτηση από άλλες χώρες, ακόμα και ανάμεσα στις χώρες του Βορρά. Είναι φανερό ότι το πρόταγμα μιας κοινωνίας της αποανάπτυξης εξακολουθεί να είναι ένα πρόταγμα προς διαμόρφωση. Είναι ουσιαστικά ένα πολιτικό πρόταγμα. Επαφίεται στην κοινωνία να αποφασίσει, με τον πιο δυνατό δημοκρατικό τρόπο, αυτό που θέλει να πράξει και αυτό που θέλει να παράγει και να καταναλώνει, σεβόμενη πάντα τις ισορροπίες της φύσης. Με αυτήν την έννοια, υπάρχει ένα τεράστιο πεδίο δράσης.

Ποιες γραμμές θα μπορούσαν να σκιαγραφίσουν την πρακτική της αποανάπτυξης; Θα μπορούσε να σημαίνει έναν «πράσινο κεϋνσιανισμό» ή ένα νέο «πράσινο New Deal»;

Με κανέναν τρόπο. Γιατί το «πράσινο New Deal» είναι επίσης τυπικά ένα σχήμα οξύμωρο, δηλαδή η επιθυμία να μη θέλεις να βγεις από τη λογική του συστήματος, αλλά να το ξαναμπαλώνεις. Μπορούμε να καθορίσουμε αυτό που θα ονόμαζα «τα θεμέλια της κοινωνίας της αποανάπτυξης» με αρνητικό τρόπο ως κριτική στην κοινωνία της ανάπτυξης. Πρόκειται για αυτό που έχω προσπαθήσει να διαμορφώσω μέσω του ενάρετου κύκλου των οκτώ R: επαναξιολόγηση, επανεννοιολογικοποίηση, αναδόμηση, αναδιανομή, επανεντοπισμός, μείωση, επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση. Πιο πέρα, αυτό μας προσφέρει έναν ορίζοντα αρκετά ευρύ, αλλά εντός αυτού του ορίζοντα, το απώτερο στάδιο εξαρτάται από την κάθε κοινωνία. Δηλαδή, με ποιο συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα προχωράμε προς μια κοινωνία αντιαναπτυξιακή ή της μη ανάπτυξης και της οικολογικής δημοκρατίας.

Στη συγκυρία της κρίσης, η λέξη «αποανάπτυξη» μπορεί να συσχετισθεί με την απώλεια θέσεων εργασίας;

Θα μπορούσε, αλλά μάλλον πρόκειται για το αντίθετο. Η αποανάπτυξη, σε αντίθεση με την ύφεση της κρίσης, συνίσταται ακριβώς στην έξοδο από αυτή τη λογική που καταδικάζει, με αυστηρό τρόπο, τον πλανήτη σε καταστροφή για τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Μέσω της αποανάπτυξης, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας σώζοντας τον πλανήτη όχι μόνο γιατί επουλώνουμε τις ζημιές του, αλλά επίσης γιατί μειώνοντας την κατανάλωσή μας θα πρέπει να παράγουμε λιγότερα, και παράγοντας λιγότερα θα πρέπει να δουλεύουμε λιγότερο. Έτσι δουλεύουμε λιγότερο, αλλά δουλεύουμε όλοι. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να μοιραστούμε είναι η εργασία, απέναντι στο ολοκληρωτικά παράλογο σύστημα στο οποίο ζούμε σήμερα, στο οποίο ακόμα και στη Γαλλία έχουμε ακυρώσει το 35ωρο και οι εργαζόμενοι δουλεύουν 40, 50 ή και 60 ώρες τη βδομάδα, την ώρα που άλλοι άνθρωποι δε βρίσκουν εργασία. Από την άλλη, προτάσεις της αποανάπτυξης, όπως η επιστροφή σε μια παραδοσιακή και οικολογική γεωργία, θα αποφέρει τη δημιουργία εκατομμυρίων εργασιακών θέσεων. Κάτι που μπορεί να προσφέρει και η χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως και η στροφή στην πρακτική των επιδιορθώσεων και της ανακύκλωσης των προϊόντων. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι θα προσεγγίσουμε μια αντεστραμμένη κατάσταση, στην οποία θα λείπουν τα εργατικά χέρια σε σχέση με την προσφορά θέσεων εργασίας, αφού προφανώς, όταν πάψουμε να χρησιμοποιούμε το ενεργειακό δυναμικό του πετρελαίου (ας μην ξεχνάμε ότι μια ποσότητα 30 λίτρων πετρελαίου ισοδυναμεί με την εργασία ενός ανθρώπου για 5 χρόνια), θα πρέπει να αυξηθούν οι ανάγκες για εργασία. Ωστόσο, δε θα αναγκαζόμαστε να δουλεύουμε περισσότερο γιατί θα μειώσουμε τις ανάγκες μας, τις οποίες και θα καλύπτουμε χωρίς να δουλεύουμε υπερβολικά, κάτι που είναι πολύ σημαντικό. Το να εργάζεσαι υπερβολικά είναι πολύ άσχημο.

Η ιδέα της αποανάπτυξης φαίνεται να αποσπά την προσοχή ολοένα και περισσότερου κόσμου.

Αυτό είναι κάτι που έχω ήδη σημειώσει, είναι πλέον ένα γεγονός, αν και ξεκινήσαμε από το τίποτα. Το κίνητρο είναι ότι, όπως έλεγαν ο Μαρξ και ο Έγκελς, τα γεγονότα είναι πεισματάρικα. Αντιμετωπίζουμε πραγματικά προβλήματα και, όπως έλεγε ο Λίνκολν, μπορείς να εξαπατάς λίγους για πολύ καιρό ή όλους για λίγο καιρό, αλλά δεν μπορείς να τους εξαπατάς όλους για πάντα: έτσι, βλέπουμε για παράδειγμα, κάθε μέρα νέα σχετικά με την κλιματική αλλαγή, την ερημοποίηση κ.τ.λ. Μπορούμε να συνεχίσουμε να μιλάμε χαρούμενα για την επιστήμη που θα λύσει όλα τα προβλήματα, αλλά μπορούμε επίσης να αποδείξουμε ότι η επιστήμη δεν έχει καταφέρει να επιλύσει κανένα από αυτά τα ζητήματα. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι ολοένα και αμφισβητούν τα γεγονότα και αναζητούν εναλλακτικές, αφού ανησυχούν για τη ζωή τους και για τα παιδιά τους. Και παρατηρώντας όλα αυτά που συμβαίνουν, όταν ακούν για την αποανάπτυξη συμπεραίνουν: «στο βάθος αυτοί οι άνθρωποι έχουν δίκιο: δεν μπορούμε να αναπτυσσόμαστε απεριόριστα σε ένα πεπερασμένο πλανήτη, αυτό που προτείνουν είναι απολύτως λογικό». Τέτοιου είδους αντιδράσεις δεχόμαστε κάθε μέρα.

Ο Carlos Taibo μόλις δημοσίευσε το «Στην υπεράσπιση της αποανάπτυξης», όπου προειδοποιεί για τον κίνδυνο της ανάδυσης ενός είδους «οικοφασισμού». Μπορούμε να πούμε ότι οι επιλογές περιορίζονται μεταξύ αποανάπτυξης και βαρβαρότητας, όπως λέει και στον τίτλο του βιβλίου του ο Paul Ariès;

Φοβάμαι ότι είναι πράγματι έτσι. Οι επιλογές είναι: αποανάπτυξη, τέλος του κόσμου και βαρβαρότητα. Βέβαια από μια άποψη δεν πρόκειται για ακριβώς διακριτές κατευθύνσεις: η βαρβαρότητα μπορεί να αποτελεί τον προθάλαμο ενός τέλους ή η απειλή του τέλους μπορεί να επιφέρει τη βαρβαρότητα… Εάν δεν καταφέρουμε να χτίσουμε μια κοινωνία αποανάπτυξης, εθελοντικής εγκράτειας, βασισμένης σε έναν αυτοπεριορισμό, θα οδηγηθούμε αναπόφευκτα προς τη βαρβαρότητα. Γιατί η διαχείριση ενός υποβαθμισμένου περιβάλλοντος από τον καπιταλισμό μπορεί να γίνει μόνο μέσω ενός μετασχηματισμού του ίδιου του συστήματος προς έναν βίαιο και σκληρό αυταρχισμό, κάτι που έχει ήδη διερευνηθεί αρκετά από την επιστημονική φαντασία.


 

Πηγές:

Αναδημοσίευση από το site της Κίνηση Αποανάπτυξης Τρικαλινών Πολιτών

http://www.diagonalperiodico.net/Salir-de-la-sociedad-de.html