Ένα βήμα και ένα δείγμα της «Δημοσιογραφίας Πολιτών»

Συνέντευξη της Νίκης – Αικατερίνης Μπαρπαγιάννη, Κλινικής Ψυχολόγου,
στον Ξενοφώντα Κονόμη, Ηλεκτρονικό Μηχανικό

 

«Μαζί με τον αναγνώστη μάθαινα και εγώ. Εκτός αυτού, το γεγονός ότι δεν είμαστε δημοσιογράφοι με την κλασική έννοια του όρου, αλλά απλοί πολίτες, και μάλιστα νέα παιδιά, με περγαμηνές, άνεργα, από αυτά για τα οποία όλοι μιλούν αλλά όλοι θέτουν στο κοινωνικό περιθώριο, είχε τη σημασία του γιατί μας δόθηκε φωνή. Ποιος μας ρώταγε πριν τι πιστεύουμε; Τι προτείνουμε; Άρα η εφημερίδα μας είναι ένα βήμα και ένα δείγμα δημοσιογραφίας πολιτών.»

 

Ξ. Κ.: Είσαι ψυχολόγος με γνωστικό αντικείμενο την Κλινική Ψυχολογία, είχες την ευκαιρία να εργαστείς ως συντάκτρια στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Social Activism Αθηνών» και έχεις διανύσει τον τέταρτο μήνα του πεντάμηνου προγράμματος. Τι έχεις αποκομίσει από αυτή την εμπειρία και πώς σκέφτεσαι να την αξιοποιήσεις;

Ν. Α. Μ.: Δουλεύοντας ως συντάκτρια στη «Social Activism Αθηνών» μου δόθηκε η ευκαιρία να ακολουθήσω μονοπάτια μέχρι πρότινος αχαρτογράφητα για εμένα. Η ανάγκη για εκλαΐκευση της σύνθετης επιστημονικής πληροφορίας, η εξοικείωση με τη χρήση των αναγκαίων πια social media, το βίωμα εκ των έσω του πώς στήνεται μια ηλεκτρονική εφημερίδα και η απόκτηση «δημοσιογραφικής» ματιάς για τα τεκταινόμενα, χωρίς να αφήνω κατά μέρος την ιδιότητά μου ως ψυχολόγου, θα έλεγα πως με όπλισαν με περισσότερες επαγγελματικές δεξιότητες. Από την άλλη, η συνύπαρξη νέων παιδιών διαφορετικών επιστημονικών καταβολών, οι συζητήσεις με το διευθυντή μας κ. Τακτικό, έκαναν την εφημερίδα μας χωνευτήρι γνώσης. Από την πλευρά μου προσπάθησα να μεταδώσω τη δικιά μου γνώση, οπτική και εμπειρία. Το σίγουρο είναι πως ένιωσα ξανά σαν μαθήτρια που αγγίζει τομείς που εν πολλοίς αγνοούσα αλλά αποδείχθηκαν σημαντικοί για να δώσουν νέα πνοή στους επαγγελματικούς μου ορίζοντες τώρα που τελειώνει η σύμβασή μου αλλά και να αφυπνιστώ περισσότερο ως πολίτης. Η συνάντησή μου με την «άλλη», αθέατη κοινωνία αυτών στους οποίους βάζουμε την ταμπέλα «ευπαθείς ομάδες», η επαφή μου με ανθρώπους και φορείς που πρωταγωνιστούν στο χώρο του κοινωνικού ακτιβισμού στην Αθήνα, ίσως δεν μου ήταν πρωτόγνωρη λόγω της προηγούμενης επαγγελματικής μου ενασχόλησης, μα αισθάνθηκα περισσότερο από ποτέ να με θέτουν προ των ευθυνών μου ως ενεργό πολίτη και κάτοικο αυτής της πόλης. Μα και μόνο που δημοσιεύεις κάτι που φέρει την υπογραφή σου, μόνο αίσθημα υπευθυνότητας μπορεί να γεννήσει.

 

Ξ. Κ.: Ποια ήταν τα θέματα που ανέπτυξες και δημοσίευσες ως άρθρα;

Ν. Α. Μ.: Κατά κύριο λόγο ανέπτυξα θέματα που σχετίζονται με τις λεγόμενες ευπαθείς ομάδες. Δεσπόζουσα θέση στη θεματολογία μου κατείχε η κοινωνική ομάδα των αστέγων, αναδεικνύοντας τα νέα χαρακτηριστικά που έχει προσλάβει το φαινόμενο, φορείς που δραστηριοποιούνται για αυτό… Λόγω της απασχόλησής μου σε λέσχη φιλίας του δήμου Αθηναίων, συνέταξα άρθρα που αφορούν τη πραγματικότητα που ισχύει εκεί βιωμένη μέσα από το δικό μου πρίσμα, καταθέτοντας παράλληλα και ιδέες για περαιτέρω εξέλιξή τους. Φυσικά, δε θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα από την πένα ενός ψυχολόγου φλέγοντα κοινωνικά και κοινωνιοψυχολογικά ζητήματα όπως οι αυτοκτονίες, η ενδοοικογενειακή βία, η πτώση του lifestyle που κυριάρχησε προ οικονομικής κρίσης, η αξιοποίηση των ανθρωπίνων πόρων στην τοπική αυτοδιοίκηση…

 

Ξ. Κ.: Πώς νιώθεις ως συμμέτοχη συντελεστής μιας ομάδας η οποία δεν έχει να κάνει απλά, μια οποιαδήποτε δουλειά, αλλά έχει να διαχειριστεί ζητήματα επικοινωνίας και χρηστικής ενημέρωσης;

Ν. Α. Μ.: Θα αναφέρω μια λέξη που επανέλαβα ήδη. Ευθύνη. Ευθύνη απέναντι στον αναγνώστη πρωταρχικά. Μέλημά μου ήταν να λάβει έγκυρη, ζωντανή και επιστημονική ενημέρωση σε ατζέντα εναλλακτικών θεμάτων που είτε αποκρύπτονται είτε αγνοούνται είτε συνιστούν πεδίο λαϊκισμού από τα παραδοσιακά ΜΜΕ. Και γιατί όχι, να καταφέρει το κείμενο που θα διαβάσει να εγείρει προβληματισμό και ενδεχόμενη δράση από την πλευρά του. Ευθύνη απέναντι σε όσους ανθρώπους του χώρου της ψυχολογίας διάβαζαν τα θέματα που προβάλαμε. Πιστέψτε με, είναι οι πιο σκληροί κριτές. Ευθύνη απέναντι στους ταλαντούχους και σκληρά εργαζόμενους συναδέλφους μου στην εφημερίδα για να παράγω ένα προϊόν που θα βάλει ένα λιθαράκι στο δυνάμωμα αυτού του εγχειρήματος. Σεβασμό και αμερόληπτη διάθεση απέναντι στους φορείς και στις δομές με τους οποίους συνομίλησα, που είναι άλλωστε και οι πρωτεργάτες του κοινωνικού ακτιβισμού. Ευθύνη στο να αποτυπώσω την αλήθεια των περιθωριοποιημένων ψυχών και των συνανθρώπων που αναμετριούνται καθημερινά με καταστάσεις που τους ξεπερνούν, όπως οι άστεγοι, η Τρίτη ηλικία, ο ανώνυμος κάτοικος της πόλης μας που συνθλίβεται, συλλογιέται και αντιδρά. Αν πρόδιδα αυτούς δεν θα ‘χε κανένα απολύτως νόημα η ύπαρξη της εφημερίδας και προφανώς η δική μου παρουσία σε αυτή. Τέλος, ευθύνη απέναντι σε μένα την ίδια, για να μη χάσω αλλά να βγάλω προς τα έξω την αλήθεια και τις αξίες που διέπουν τον έως τώρα επιστημονικό και μη βίο μου. Αν η συλλογική και ατομική προσπάθεια πέτυχε, δεν έχω πλήρη εικόνα. Θα φανεί στο χειροκρότημα. Νομίζω πάντως ότι προκάλεσε μία αίσθηση.

 

Ξ. Κ.: Πριν από αυτή την εργασία ήσουν άνεργη; Είχες κάποια δραστηριότητα; Νιώθεις αδικημένη από τις συνθήκες που υπάρχουν στην Ελλάδα για τους πτυχιούχους και νέους επιστήμονες;

Ν. Α. Μ.: Πριν έρθω στη «Social Activism Αθηνών» πέρασα πολλές διακυμάνσεις στον επαγγελματικό τομέα. Μακροχρόνιες, απαιτητικές σπουδές, εθελοντική εργασία σε φορείς για να αποκτήσω τριβή με το αντικείμενο, να προσφέρω αλλά και να επιβεβαιώσω και εγώ το στερεότυπο του «αιώνια» εθελοντή ψυχολόγου, προσπάθεια να εργαστώ ιδιωτικά για να σταθώ στα πόδια μου, μακρά διαστήματα ανεργίας. Ανάλογες ήταν και οι ψυχολογικές διακυμάνσεις. Ενθουσιασμός, άγχος, πληρότητα, θυμός, ανασφάλεια, δημιουργική διάθεση, έντονη θλίψη. Πολλές στιγμές με πνίγει και μένα το αίσθημα αδικίας και εμπαιγμού όχι μόνο προς τους νέους πτυχιούχους με το ξέσπασμα της κρίσης, αλλά διαχρονικά προς όλες τις υγιείς δυνάμεις της «όμορφης και παράξενης πατρίδας» μας. Κοινώς προς όσους πάνε με το σταυρό στο χέρι. Για να μη λυγίσω, προσπαθώ να μη ξεχνώ ποια είμαι και πού πάω. Ποιες αξίες με προσδιορίζουν, ποια η φύση των στόχων μου, με ποια μέσα θα τους πετύχω, πώς θα μάθω να αγκαλιάζω την ήττα όταν αυτή δεν μπορεί να αποφευχθεί, ποιο νόημα θέλω να υπηρετεί η ζωή μου και τι στίγμα θέλω να αφήσω στον κόσμο αυτό. Έχοντας τα παραπάνω στο νου και την καρδιά, ακόμα και αν πρόσκαιρα σε παρασύρει το σκοτάδι, δε θα χαθείς σε αυτό. Εξάλλου, το να περπατάς στη σκοτεινή πλευρά είναι «σχολείο» για να βγεις στο φως και δείχνει ότι δεν είσαι και «ψόφιος», όπως πολλοί ανάμεσά μας… Και αν είναι βαρύ το τίμημα του να προσπαθείς να ζεις με γνώμονα ότι νοηματοδοτείς ως σημαντικό για σένα και τους άλλους, θυμήσου ότι η καλογερική είναι μεν βαριά, αλλά «για να ‘σαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής. Μονάχα με μια φλογερή υπομονή θα κατακτήσουμε τη θαυμάσια ευτυχία».

 

Ξ. Κ.: Υπάρχει μια φράση που λέει ότι, η δική μας γενιά είναι μια χαμένη γενιά, μέσα στη μετριότητα του συστήματος, που κυριάρχησαν οι φούσκες στην οικονομία, η κλεπτοκρατία, η διαφθορά και εν πολλοίς η αναξιοκρατία. Πώς θα ήθελες να σχολιάσεις εσύ αυτή την εκτίμηση και με ποιους τρόπους θα μπορούσε η γενιά μας, να λύσει το πρόβλημα της ανεργίας;

Ν. Α. Μ.: Ο όρος «χαμένη γενιά», παρότι ποιητικός, δεν μου είναι ευχάριστος ακουστικά αφενός, μου «ανεβάζει την πίεση» αφετέρου. Αστειεύομαι. Εννοώ ότι θυμώνω λίγο γιατί όσο το επαναλαμβάνουμε, τόσο πιο πιθανό να συμβεί επειδή απλά θα παραιτηθούμε πριν καν δώσουμε τον αγώνα μας. Ο εκχρηματισμός και η επικράτηση της ηλιθιότητας –όπως μου αρέσει να λέω– είναι διατοπικά, διαπολιτισμικά και διαχρονικά φαινόμενα. Τώρα αν στην Ελλάδα είμαστε μετρ του είδους; Ρητορικό ερώτημα. Αν παραέγινε το κακό τα τελευταία χρόνια; Ισχύει. Αν το αποτέλεσμα είναι να χαθεί μια ολόκληρη γενιά; Ποιος μπορεί να το προδικάσει; Και αν είμαστε εμείς χαμένη γενιά, τότε τι να πουν οι γενιές του εθνικού διχασμού, της Κατοχής, του Εμφυλίου, της μετανάστευσης, της χούντας και τόσων άλλων δύσκολων –ιστορικά και κοινωνικοοικονομικά– συγκυριών που πέρασε τούτη η χώρα; Θυμάμαι πάντα γεροντάκια, π.χ. στη Λέσχη Φιλίας, να εξιστορούν ιστορίες του «βουνού», τον πατέρα να μου λέει ότι μάζευε καπνό από 6 χρονών παιδί, τη μάνα μου ότι έτρωγαν σκέτο ταραμά τηγανητό τη Μεγάλη Παρασκευή και παρόλα αυτά πέτυχαν κάτι και δοξάζουν το Θεό. Και εγώ που δεν πιστεύω σε Αυτόν και συμφωνώ με το μεγάλο Μάνο ότι «αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ», ξέρω πως θυσιάστηκαν αρκετοί και θα θυσιαστούν και άλλοι από εμάς. Δε δέχομαι όμως να κλαίμε επί μονίμω σαν τις κακομαθημένες πριγκίπισσες για την «Αλεξάνδρεια» που χάνουμε. Με ρήξεις αλλά και διπλωματία, με σκληρή δουλειά αλλά και με χαμόγελο, με ψυχραιμία αλλά και πάθος, μαθαίνοντας από τα λάθη των προκατόχων θα ριχτούμε στον πόλεμο με όχημα την αλήθεια μας και θα τα δώσουμε όλα. Θα ηττηθούμε κατά κράτος πιθανόν αλλά θα κερδίσουμε μάχες και θα φτιάξουμε άλλες Αλεξάνδρειες για μας και τους μεταγενέστερους. Πιστεύω ότι υπάρχουν ανάμεσά μας παιδιά που μπορεί να κομίσουν κάτι «άλλο», το κάνουν ήδη με τη στάση ζωής τους. Σε τελική ανάλυση, για να αποκτήσουμε όλα τα «φόντα» και τα πλούσια βιογραφικά, για τα οποία μας ειρωνεύονται οι παλιοί, φτύσαμε αίμα. Τουλάχιστον κάποιοι… Απλά θα συνεχίσουμε να το κάνουμε.

Για να λυθεί η ανεργία, ταπεινή μου γνώμη είναι πως δεν αρκεί να την πολεμάμε αντιμετωπίζοντάς τη σαν μια ξεχωριστή οντότητα. Ας πάψει πια η οικονομία και ο καταναλωτισμός να είναι το κέντρο του δυτικού πολιτισμού. Ας δούμε τι λένε διανοητές όπως ο Τσόμσκι ή ο δικός μας Κορνήλιος Καστοριάδης, για τον οποίο οι συνάδελφοι ετοίμασαν αξιόλογα αφιερώματα στη «Social Activism Αθηνών». Η ανεργία θα αντιμετωπιστεί με υπερβατικές συλλογικές και ατομικές ενέργειες, αν σκοτώσουμε νοσηρές κοινωνικές καταστάσεις του παρελθόντος, αν κλείσουμε τα αυτιά στο μοιρολάτρη βολεψάκια που κρύβουμε μέσα μας, αν συνδέσουμε αρμονικά γνώσεις, ταλέντα, εμπειρίες, ακόμα και προσωπικές αδυναμίες, οδηγούμενοι σε out of the box κατευθύνσεις. Τα ‘χουν πει πολλοί. Κάποια στιγμή πρέπει να τα εφαρμόσουμε. Τελικά η «άνεργη» γενιά μας έχει πολλή δουλειά να κάνει μπροστά της…

 

Ξ. Κ.: Κρίνοντας τη δράση της εφημερίδας, νιώθεις απλά ως ειδική συντάκτρια στη θεματική σου ή θεωρείς ότι συμμετέχεις σε ένα έντυπο δημοσιογραφίας πολιτών, όπως αυτό τουλάχιστον παρουσιάστηκε τελευταία στην εκδήλωση στο ξενοδοχείο Hilton;

Ν. Α. Μ.: Και τα δυο. Σαφώς ασχολήθηκα κυρίως με θέματα συναφή με το αντικείμενό μου. Τούτο δικαιολογείται, αφού μόνο έτσι διασφαλίζεται η ποιότητα της πληροφορίας που προβάλλεις. Ισχύει όμως και το δεύτερο, καθώς συχνά χρειάστηκε να ερευνήσω και να μάθω περισσότερα από όσα γνώριζα για να συντάξω τα θέματά μου. Μαζί με τον αναγνώστη μάθαινα και εγώ. Εκτός αυτού, το γεγονός ότι δεν είμαστε δημοσιογράφοι με την κλασική έννοια του όρου, αλλά απλοί πολίτες, και μάλιστα νέα παιδιά, με περγαμηνές, άνεργα, από αυτά για τα οποία όλοι μιλούν αλλά όλοι θέτουν στο κοινωνικό περιθώριο, είχε τη σημασία του γιατί μας δόθηκε φωνή. Ποιος μας ρώταγε πριν τι πιστεύουμε; Τι προτείνουμε; Άρα η εφημερίδα μας είναι ένα βήμα και ένα δείγμα δημοσιογραφίας πολιτών. Προφανώς, χρειάζονται πολλά χιλιόμετρα να διανυθούν σε αυτή τη χώρα για να φτάσει το επίπεδο που έχει λάβει η δημοσιογραφία πολιτών σε άλλες χώρες, όπως στις ΗΠΑ, και να βγουν μπροστά άνθρωποι που παρέχουν ουσιαστικό υλικό ενημέρωσης και προβληματισμού, απαλλαγμένοι από προσωπικές και άλλες «γαλανόλευκες» αγκυλώσεις. Πένες που δεν χρωστούν σε κανέναν τίποτα, ούτε καν στον εαυτό τους. Στοίχημα για το μέλλον λοιπόν!